Ανατροπή Ειδικης Θεωρίας σχετικότητας

Έχοντας κανείς καταρρίψει τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας με χαρακτηριστική ευκολία, χωρίς καν να την διεξέλθει, αλλά δια της μεθόδου της έξωσης, τοποθετώντας δηλαδή στη θέση της μια αναμφισβήτητη ανακάλυψη, αυτή του μαγνητικού, πολυμικροπεδιακού νέφους, το οποίο συνιστά το πεδίο βαρύτητας (και προξενεί διάθλαση του φωτός), αισθάνεται ότι δεν μπορεί να σταματήσει στο σημείο αυτό να προβληματίζεται.

Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φιλοσοφία και τον τρόπο σκέψης τη Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας, η οποία πιστεύω ότι είναι το πιο μπερδεμένο κουβάρι της Φυσικής, διότι μπερδεύει αλήθειες και ψέματα που της ανήκουν.

Από τη μία μεριά «προφητεύει» με το δικό της τρόπο ορισμένα βασικά πράγματα, που δεν τα προβλέπει η Νευτώνεια φυσική και που επαληθεύονται ικανοποιητικά από τα πειραματικά δεδομένα, από την άλλη προβλέπει τη συστολή μηκών και διαστολή του χρόνου που θα ερευνήσουμε αν επαληθεύονται επί φυσικού επιπέδου.

Η θεωρία αυτή στηρίζεται βασικά στα δύο θεωρήματά της, καθώς και στο μετασχηματισμό του Lorenz, ο οποίος βέβαια δεν είναι ανεξάρτητο τμήμα της θεωρίας αυτής, ούτε καν έρευνα επί φυσικού επιπέδου. Ας αρχίσουμε με το σχολιασμό του δευτέρου αξιώματος της θεωρίας αυτής και ας δούμε τι διόρθωση τελικά πρέπει να γίνει σε αυτό.

Το αξίωμα αυτό λέει «Η ταχύτητα του φωτός στο κενό είναι πάντα ίση προς c». Θα ήταν πιο εξυπηρετικό αν το αξίωμα αυτό ήταν συμπληρωμένο με τη φράση, που ούτως ή άλλως παραδέχεται «… και ανεξάρτητη από την ταχύτητα μετακίνησης της φωτεινής πηγής». Όμως, ακόμα κι έτσι θα έλεγε τη μισή αλήθεια. Από τη συμπληρωμένη διατύπωση προκύπτει ότι όπου συναντήσαμε κύμα, που η ταχύτητα μετακινήσεως της πηγής του δεν προστίθεται στην ταχύτητα του κύματος αυτού, τότε και το εν λόγω κύμα έχει σταθερή ταχύτητα, χαρακτηριστική για το ίδιο.

Διαπιστώνουμε τώρα ότι και ο ήχος έχει την ιδιότητα αυτή. Πώς αποδεικνύεται αυτό; Από το σπάσιμο του φράγματος του ήχου από τα υπερηχητικά αεροπλάνα! Τι είναι το υπερηχητικό αεροπλάνο; Μια μετακινούμενη πηγή ήχου (αυτού της μηχανής του), που τυχαίνει να έχει ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή του ήχου. Και όπως βλέπουμε τον προσπερνά τον ήχο. Που σημαίνει ότι η ταχύτητα της πηγής του ήχου (αεροπλάνου) δεν προστίθεται στην ταχύτητα του ήχου, γιατί ουδέποτε θα τον προσπερνούσε, απλώς θα αυξανότανε η ταχύτητα του ήχου και το αεροπλάνο ουδέποτε θα έσπαγε το φράγμα και θα έμενε υποηχητικό.

Ολοκληρωμένο λοιπόν το δεύτερο αξίωμα της θεωρίας πρέπει αν είναι ως εξής: «Η ταχύτητα των πάσης φύσεως κυμάτων είναι σταθερή και ανεξάρτητη από την ταχύτητα μετακίνησης της πηγής του κύματος, ειδικότερα δε η ταχύτητα του φωτός στο κενό είναι πάντα ίση προς c».

Με αυτόν τον ορισμό πρέπει να πορεύεται πλέον η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, ο οποίος έχει καταλυτικές συνέπειες για την ίδια! Ανεξάρτητα το πώς ερμηνεύει το φαινόμενο η εν λόγω θεωρία, ας δούμε ευθύς κατωτέρω σε τι πραγματικά οφείλεται η σταθερότητα της ταχύτητας των κυμάτων. Όσον αφορά το φράξιμο προς τα πάνω στο c της ταχύτητας των υλικών σωμάτων θα αναφερθούμε σε άλλο σημείο.

Έστω ότι υπάρχει σε κάποιο σημείο της γης εγκατεστημένος ένας πομπός ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (υπάρχουν άπειροι).

Ο πομπός αυτός εκπέμπει φωτόνια ενέργειας (συχνότητας) που καθορίζεται από τα στοιχεία του πομπού. Η γη όμως κινείται εκ δυσμών προς ανατολάς και μαζί της ο πομπός. Σε κάθε λοιπόν εκπεμπόμενο φωτόνιο, τη στιγμή της εκπομπής του προστίθεται ή αφαιρείται και ένα άλλο ποσόν ενέργειας, που προέρχεται από τη κινητική ενέργεια του πομπού.  Σε όσα φωτόνια εκπέμπονται προς ανατολάς προστίθεται μια ποσότητα κινητικής ενέργειας και σε όσα εκπέμπονται προς δυσμάς αφαιρείται αντίστοιχα. Αυτή η προσθαφαιρούμενη ενέργεια επηρεάζει αποκλειστικά τη συχνότητα του κύματος και όχι τη ταχύτητά του. Αυτό απλά είναι το φαινόμενο Doppler και όχι μετασχηματισμός ταχυτήτων, που δεν λαμβάνει υπόψιν του τα ανταλλασσόμενα ποσά ενέργειας, ούτε καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει σε φυσικό επίπεδο, ούτε καν είναι φυσική, είναι φιλοσοφική άποψη. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε μετακινούμενη πηγή κύματος προς οιανδήποτε κατεύθυνση, και ανεξάρτητα αν το κύμα χρησιμοποιεί μέσο διαδόσεως ή όχι. Με άλλα λόγια, το φαινόμενο Doppler είναι για την ταχύτητα του φωτός και όλων των άλλων κυμάτων ό,τι ο ρυθμιστής Watt για την ταχύτητα της ατμομηχανής!!!

Η ίδια θεωρία στηρίχθηκε στον μετασχηματισμό το Lorenz, ο οποίος προϋπήρξε και ο οποίος την εκφράζει σε μαθηματικό επίπεδο. Ο μετασχηματισμός αυτός στηρίχθηκε στην έννοια του «ταυτόχρονου» και στην επινόηση των «κοσμικών γραμμών», οι οποίες τοποθετούνται μάλλον πρωτότυπα πάνω στον άξονα 0x ενός συστήματος για να υποδηλώσουν τη θέση ενός υλικού σημείου σαν συνάρτηση του χρόνου και στη συνέχεια στην εύρεση της σχέσης μεταξύ των συντεταγμένων ενός γεγονότος από ένα ακίνητο σύστημα συντεταγμένων σε ένα άλλο κινούμενο ή αντίστροφα, πάντα βέβαια με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων με τη βοήθεια των κοσμικών γραμμών κατά παράδοξο μάλλον τρόπο.

Με βάση λοιπόν τους υπολογισμούς του μετασχηματισμού του Lorenz, το μήκος μιας ράβδου και η χρονική διάρκεια ενός γεγονότος υφίστανται συστολή κατά τον παράγοντα  , όταν μετρώνται από κινούμενο παρατηρητή, σε σχέση με τη μέτρηση από ακίνητο παρατηρητή, με υποθετική εκπομπή φωτεινών παλμών. (Περιέργως, η συστολή του χρόνου ονομάστηκε «διαστολή του χρόνου»).

Με άλλα λόγια, αν στους υπολογισμούς του μετασχηματισμού του Lorenz  αντικαταστήσουμε το υποθετικό φωτόνιο (και τις κοσμικές γραμμές του) με έναν ηχητικό παλμό π.χ., θα προκύψουν, όπως προείπαμε απορριπτέα αποτελέσματα. Επαναλαμβάνω, απορριπτέα, μάλιστα απορριπτέα!! Απορριπτέα είναι τα αποτελέσματα των υπολογισμών του μετασχηματισμού του Lorenz  όχι μόνο για τη συστολή των μηκών, αλλά για τη διαστολή του χρόνου, επειδή χρησιμοποιεί τον ίδιο αριθμητικό παράγοντα με την ταχύτητα c εντός του.

Όμως οι υποστηρικτές της διαστολής του χρόνου είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι αυτή έχει αποδειχθεί πειραματικώς με τη διαπίστωση ότι «τα κινούμενα ρολόγια πάνε αργά»! Αυτό όμως αποδεικνύει  τη διαστολή του χρόνου ή οφείλεται σε κάτι άλλο; Θα το δούμε.

Το πείραμα που απέδειξε ότι τα κινούμενα ρολόγια πηγαίνουν αργά στηρίχθηκε στη μέτρηση του χρόνου διασπάσεως φυσικών ραδιενεργών στοιχείων. Όπως είναι γνωστό, με κάθε είδος φυσικά ασταθούς στοιχείου είναι συνδεδεμένου η έννοια του χρόνου υποδιπλασιασμού, δηλαδή του χρόνου εντός του οποίου τα μισά άτομα του στοιχείου  μεταπίπτουν σε άλλο στοιχείο μικρότερης θέσης στο περιοδικό σύστημα.

Έτσι, ένα δείγμα μεγάλου αριθμού ατόμων ενός φυσικά ραδιενεργού στοιχείου αποτελεί ένα χρονόμετρο, δεδομένου ότι το κλάσμα των επιζώντων ατόμων αρκεί για τον υπολογισμό του παρερχόμενου χρόνου.

Για τους υποστηρικτές της διαστολής του χρόνου, το φυσικό αυτό χρονόμετρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μελέτη της διαστολής του χρόνου, όπου σύμφωνα με τον τύπο , αν θεωρήσουμε δύο ίσα δείγματα του ίδιου ραδιενεργού στοιχείου, εκ των οποίων το ένα ηρεμεί και το άλλο κινείται με ταχύτητα u, μετά παρέλευση χρόνου t0 για τον ακίνητο παρατηρητή θα έχουν μεταπέσει περισσότερα άτομα από το ακίνητο δείγμα παρά από το κινούμενο δείγμα.

Ήδη στις αμέσως ανωτέρω γραμμές (και συγκεκριμένα στην υπογραμμισμένη λέξη)) υπάρχει το μεγάλο σφάλμα, το οποίο διέπραξαν και το οποίο θα αποκαλύψω κατωτέρω.

Προχωρώ όμως στην εξιστόρηση του διενεργηθέντος πειράματος εν περιλήψει όμως. Στο πείραμα αυτό χρησιμοποιήθηκαν ασταθή μ-μεσόνια τα οποία παράγονται κατά τις μη ελαστικές κρούσεις, πρωτογενών κοσμικών ακτινών με πυρήνες ατόμων του αέρα στην ανωτέρα ατμόσφαιρα.

Τελικά μέτρησαν έναν αριθμό μ-μεσονίων σε ύψος T67;=2km από την επιφάνεια της θαλάσσης. Στη συνέχεια υπολόγισαν πόσα επιζούν εν ακινησία μετά τη σύλληψη τους στο ύψος αυτό μετά παρέλευση χρόνου ίσου με T67;=u, που θα έκαναν τα μεσόνια να φθάσουν στην επιφάνεια της θαλάσσης, αν συνελαμβάνοντο (u η ταχύτητα κινήσεως των μεσονίων ίση με 0,994 c).

Από μετρήσεις όμως στην επιφάνεια της θαλάσσης βρέθηκαν ότι έφθασαν 1600% περισσότερα από τα αναμενόμενα. Άρα, τα κινούμενα ζουν περισσότερο. Απεδείχθη λοιπόν η διαστολή του χρόνου λένε οι σχετικιστές. Γκάφα μεγάλη τους απαντώ εγώ και μάλιστα γκάφα ανεπίτρεπτη!

Ένα κινούμενο μεσόνιο με ταχύτητα 0,994u/c (όπως εν προκειμένω) είναι το ίδιο με ένα ακίνητο; Αυτό έχει μάζα 9,142 φορές μεγαλύτερη από το ακίνητο σύμφωνα με τη γνωστή εξίσωση της ίδια θεωρίας, που θέλουν να υπερασπιστούν. Είναι στην ουσία ένα άλλο σωματίδιο κι ας εξακολουθεί να ονομάζεται μ-μεσόνιο. Πιστεύουν αλήθεια ότι αυτό θα έχει τον ίδιο χρόνο μεταπτώσεως με το συνονόματό του εν ηρεμία; Ο χρόνος ζωής του, λόγω μεγαλύτερης μάζας είναι μεγαλύτερος από το χρόνο ζωής των εν ακινησία μεσονίων, λόγω μικρότερης μάζας.

Έχουμε δηλαδή δύο χρονόμετρα, που το ένα, το κινούμενο, πηγαίνει πιο αργά από το άλλο το ακίνητο, διότι ο ωρολογιακός του μηχανισμός υπέστη αλλοίωση (Αυξήθηκε η μάζα του), λόγω της κινήσεώς του.

Δίνει επομένως άλλες (εσφαλμένες) ενδείξεις για την παρέλευση του ίδιου πραγματικού χρόνου, χωρίς να έχει υποστεί καμία αλλοίωση ο χρόνος. Αν μαζέψουμε π.χ. όσα μηχανικά τουλάχιστον ρολόγια υπάρχουν σε μια πόλη θα δούμε ότι κανένα σχεδόν δεν συμφωνεί με το άλλο. Άλλα θα πηγαίνουν εμπρός και άλλα πίσω για το δικό του λόγο το καθένα, χωρίς ποτέ να διανοηθούμε να ισχυριστούμε ότι φταίει ο χρόνος.

Όσοι συγκρίνουν τη συμπεριφορά ενός κινούμενου και ενός ακίνητου μ-μεσονίου ενεργούν με απίστευτη επιπολαιότητα, διότι συγκρίνουν δύο ανόμοια πράγματα, έχοντας συγχρόνως την απαίτηση να λαμβάνουν ταυτόσημα αποτελέσματα!

Άξιζε άραγε τον κόπο να ανέβουν δύο φορές στο βουνό μία το 1941 και άλλη μία το 1963 σε ύψος 2 km για να αποδείξουν ότι «τα κινούμενα ρολόγια πηγαίνουν αργά;» Όχι μόνο δεν αποδείχθηκε η διαστολή του χρόνου, αλλά και δεν θα πρέπει να νοιώθουν πολύ ευτυχείς οι σχεδιαστές του πειράματος. Είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση η Φύση παραπλάνησε οικτρά τους οπαδούς της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας, πράγμα όμως για το οποίο είναι οι ίδιοι συνυπεύθυνοι, γιατί ήσαν απολύτως πρόθυμοι να παραπλανηθούν.

Πέραν των όσων αναφέραμε ανωτέρω για τα απορριπτέα αποτελέσματα του μετασχηματισμού του Lorenz, τόσο ως προς τη συστολή των μηκών, όσο και ως προς τη διαστολή του χρόνου (αντικαθιστώντας το φως με τον ήχο) και η ίδια η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας έχοντας επίγνωση ότι και εκεί που εμφανώς έπρεπε να παρατηρηθούν τα φαινόμενα της συστολής των μηκών, όπως η αναμενόμενη παραμόρφωση στο σχήμα των γαλαξιών φωτογραφούμενο από γήινα τηλεσκόπια και άλλα τινά, δεν παρατηρούνται, επινόησε χωρίς πολλές εξηγήσεις «το φαινόμενο της αορατότητας της συστολής Lorenz» ως δικαιολογία!! Επομένως, η ίδια ομολογεί τη μη επαλήθευσή της.

Δηλαδή, όταν τα φαινόμενα το μετασχηματισμού του Lorenz (συστολή μηκών- διαστολή χρόνου) όχι μόνο δεν επιβεβαιώνονται με οποιοδήποτε τρόπο (φυσικά φαινόμενα ή φωτογράφηση), αλλά και απορρίπτονται με τις μετρήσεις δια του ήχου, τι απομένει άραγε για την αξιοπιστία του εν λόγω μετασχηματισμού;

Ίσως μερικοί ισχυριστούν ότι ο μετασχηματισμός Lorenz μας καθορίζει με ικανοποιητική ακρίβεια τη συμπεριφορά της ύλης (ενέργεια, μάζα, ταχύτητα), όταν αυτή κινείται με ταχύτητες που απέχουν σημαντικά από την ταχύτητα 0 (μηδέν), δηλαδή ό,τι πράγματι χωρίζει τη σύγχρονη φυσική από την κλασική.

Είναι σωστός ο ισχυρισμός αυτός, ή αυτό είναι άλλη μια μεγάλη πλάνη, η μεγαλύτερη ίσως μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας; Ας δούμε λοιπόν πολύ γρήγορα ποιες είναι οι διαπιστώσεις της σύγχρονης φυσικής πέραν από τη νευτώνειο και πώς τις προσεγγίζει η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας (γενικώς). Θα είμαι συνοπτικός αλλά και περιεκτικός.

Ό,τι λοιπόν υπάρχει ή δεν υπάρχει πέρα από τη νευτώνειο φυσική περιλαμβάνεται σε έναν μικρό πίνακα που έχω μπροστά μου και που περιλαμβάνει ελάχιστους αριθμούς.

Την ταχύτητα απεικονίζουμε 

και τη μάζα σαν συνάρτηση της μάζας ηρεμίας του σωματιδίου.

Ο πίνακας αυτός καταγράφει τα αποτελέσματα πειραμάτων που έγιναν, είναι δηλαδή η ίδια η φωνή της φύσης. Βέβαια, την εποχή του Νεύτωνα ήταν ανέφικτο να γίνουν τα πειράματα αυτά. Από τον πίνακα αυτό προκύπτουν δύο τινά: πρώτον, όσο αυξάνει η ταχύτητα ενός σώματος, αυξάνει και η μάζα του και δεύτερον η αύξηση αυτή ακολουθεί μια ανοδική πορεία που τείνει στο άπειρο.

Η διαπίστωση της αύξησης της μάζας μας κάνει από μόνη της να σκεφτούμε ότι αυτή έγινε με ανάλωση κάποιας ενέργειας. Με δεδομένο ότι η μόνη διατιθέμενη ενέργεια στην περίπτωση κινήσεως ενός σώματος είναι η παρεχόμενη κινητική ενέργεια, πρέπει να δεχτούμε ότι ένα μέρος, ένα ποσοστό αυτής, αντί να κινεί το σώμα υλοποιείται και αυξάνει τη μάζα του. Από τη δεύτερη διαπίστωση συμπεραίνουμε ότι το ποσοστό της κινητικής ενέργειας που υλοποιείται (και αφαιρείται από την παρεχόμενη κινητική ενέργεια) αυξάνει και αυτό κατά τον ίδιο ακριβώς ρυθμό.

Επομένως, κατά τον ίδιο ρυθμό μειώνεται το απομένον ποσοστό της παρεχόμενης κινητικής ενέργειας, το οποίο επιταχύνει το σώμα μέχρι μηδενισμού του, οπότε δεν αυξάνεται πλέον η ταχύτητα του σώματος.

του πίνακα που αναφέρθηκα προηγουμένως είναι τα ακόλουθα:

0,417-1,1         0,553-1,2         0,639-1,3         0,745-1,5

0,866-2            0,943-3            0,986-6            0,996-11          0,999-31

Αν τις ανωτέρω τιμές τις βάλουμε σε ένα σύστημα συντεταγμένων και στον άξονα

και στον άξονα του Ψ τις αντίστοιχες τιμές μάζας (mu) και ενώσουμε όλες τις τιμές του Ψ (Ψ=σ(χ)), θα προκύψει μια πολύ ωραία καμπύλη που ανεβαίνει προς τα πάνω, σχεδόν κατακόρυφα, και που όπως είδαμε εκφράζει απευθείας τη βούληση της φύσης. Θα δούμε

τείνει στο 1 (u=c), τόσο η τιμή του Ψ (mu) τείνει στο άπειρο.

            Δεν μπορούμε επομένως να υπερβούμε το u=c, διότι δεν μπορούμε να υπερβούμε την άπειρη τιμή του αποτελέσματος (Ψ). Η καμπύλη αυτή είναι αναγνωρίσιμη σαν ασύμπτωτη, που τείνει να πλησιάσει την ευθεία Ψ’ παράλληλη προς την Ψ στην τιμή του Χ=1. Θα μπορούσαμε με προσεγγιστικές μαθηματικές μεθόδους να φτιάξουμε μια εξίσωση της καμπύλης αυτής για να έχουμε και τις άλλες τιμές του Ψ(mu). Δεν χρειάζεται

σύμφωνα πάντα με το μετασχηματισμό του Lorenz στις περιπτώσεις αυτές.

Όμως οι υπολογισμοί από τους οποίους προήλθε ο παράγων αυτός στην περίπτωση υπολογισμού της mu είναι τελείως διαφορετικοί από τους υπολογισμούς του μετασχηματισμού του Lorenz (με τη βοήθεια των κοσμικών γραμμών κλπ) που προήλθε ο παράγων στις περιπτώσεις της συστολής των μηκών και διαστολής του χρόνου. Δεν χρειάζεται να παραθέσω τους πρώτους υπολογισμούς, είναι γνωστοί, και δεν θέλω να μαθηματικοποιήσω σημαντικά το παρόν κείμενο. Είναι δύο διαφορετικοί υπολογισμοί που έτυχε να καταλήξουν σε παράγοντα κοινής μορφής. Είναι θέμα απλής σύμπτωσης και καμία σχέση δεν υπάρχει μεταξύ των υπολογισμών του μετασχηματισμού του Lorenz και των υπολογισμών για την εύρεση της μάζας στην ταχύτητα u.

Επίσης, καμία σχέση με το σχηματισμό του Lorenz δεν έχει ο τρόπος υπολογισμού της περίφημης εξίσωσης  E=mc2. Η εξίσωση αυτή καθώς και η εξίσωση  δεν ανήκουν στην ειδική θεωρία της σχετικότητας (είναι οι αλήθειες πο έλεγα οτι δεν της ανήκουν). καθώς δεν διαθέτει κανένα ίχνος σχετικότητας οπως τουλάχιστον την εκφράζει ο μετασχηματισμός Lorenz (ενοποίηση χώρου και χρόνου.) Δεν δικαιούται λοιπόν ο μετασχηματισμός Lorenz να διεκδικεί εγκυρότητα  απο τις δυο αυτές εξισώσεις, ως προς τις προβλέψεις του για συστολή των μηκών και διαστολή του χρόνου.

Ειδικά για το μετασχηματισμό Lorenz εκ πρώτης όψεως προβληματίζεται κανείς για τη σκοπιμότητα κατασκευής του. Συγκεκριμένα, αναρωτιόμαστε γιατί, όταν θέλουμε να μετρήσουμε το μήκος μίας ράβδου ή τη διάρκεια ενός σημειογεγονότος, πρέπει να τοποθετούμε σε ξεχωριστό σύστημα συντεταγμένων τη ράβδο ή το σημειογεγονός και σε ξεχωριστό τον παρατηρητή (κινούμενο ή ακίνητο) πράγμα το οποίο δημιουργεί την ανάγκη μετασχηματισμού από το ένα σύστημα στο άλλο;

Ένα ενιαίο σύστημα, στο οποίο εντάσσονται τα πάντα είναι απόλυτα αποδεκτό και αξιόπιστο και οι μετρήσεις στα πλαίσιά του δεν δείχνουν καμία διαφορά είτε γίνονται από κινούμενο είτε από ακίνητο παρατηρητή. Αντίθετα, το σύστημα των ξεχωριστών συντεταγμένων είναι μία μεθόδευση, η οποία δίνει τη δυνατότητα αυθαίρετης εμφύτευσης στα συστήματα συντεταγμένων, των κοσμικών γραμμών (στην προσπάθεια εισαγωγής του χρόνου), οι οποίες συμμετέχουν στους υπολογισμούς και νοθεύουν τα αποτελέσματα. Όπως είδαμε, οι μετρήσεις αυτές δίνουν αποτελέσματα εξωφθάλμως απορριπτέα, όταν γίνονται με παλμούς κυμάτων άλλων από το φως, δηλαδή κυμάτων μικρής ταχύτητας.

Όσον αφορά τα διανύσματα τεσσάρων διαστάσεων, είναι έτσι γιατί έτσι τα φτιάξαμε, όπως θα φτιάχναμε μια αντιευκλείδιο γεωμετρία. Δεν αποδεικνύουν τίποτα, απλώς εκφράζουν απόψεις.

Ο μετασχηματισμός Lorenz και τα διανύσματα τεσσάρων διαστάσεων είναι η μαθηματική έκφραση μιας φιλοσοφικής άποψης, που δέχεται την έννοια χώρου-χρόνου, που ο καθένας έχει το δικαίωμα να την έχει, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι επιβεβαιώνεται οπουδήποτε στη Φύση, ειδικά για τα φαινόμενα που μόνο η θεωρία αυτή δέχεται. Διάβαζα προσφάτως μια ανάλυση ενός «ειδικού» που εκλαΐκευε για τους μη ειδικούς ότι το «φως δεν μπορεί να έχει απείρως μεγαλύτερη ταχύτητα. Διότι ο χωροχρόνος, άρα και ο κόσμος δεν θα υπήρχαν καν. Το ότι ένα πεπερασμένο κομμάτι του χώρου αντιστοιχεί σε ένα πεπερασμένο κομμάτι του χρόνου το οφείλουμε στο ότι η ταχύτητα του φωτός είναι και αυτή πεπερασμένη, αφού η σταθερά που συνδέει χώρο και χρόνο είναι αυτή ακριβώς η ταχύτητα». 

Ο ειδικός νόμιζε ότι το φως συμπεριφέρεται κατά τρόπο μοναδικό στη Φύση και ότι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Αγνοούσε ότι το φως δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από ότι κάνουν όλα τα άλλα κύματα. Έχει ορισμένη και όχι τελική ταχύτητα και δεν μπορεί να την αυξήσει ή να την μειώσει, διότι απλούστατα επεμβαίνει το φαινόμενο Doppler μέσω του οποίου διοχετεύει οποιαδήποτε επιπλέον παρεχόμενη ή αφαιρούμενη από την πηγή κινητική ενέργεια στη συχνότητά του και όχι στην ταχύτητά του.  Απόλυτα εξισωμένο στη συμπεριφορά αυτή το φως με τον ήχο και όλα τα άλλα κύματα, χωρίς να παίζει ρόλο αν το κύμα διαθέτει ή όχι μέσο διαδόσεως. Οποιοδήποτε μέσο διαδόσεως κύματος επί της γης (αέρας, νερό κλπ) συμπορεύεται μαζί της κατά την περιστροφή περί τον άξονά της, η οποιαδήποτε άλλη κίνηση της γης και έτσι είναι απόλυτα εξισωμένο με το κενό των φωτονίων. Το ότι είναι κύμα αρκεί. Το φαινόμενο Doppler είναι τελικά μια βόμβα στα θεμέλια της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας, γιατί δίνει αξιόπιστες ερμηνείες σε φαινόμενα που μερικοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν ή να συνδυάσουν με την έννοια του χωροχρόνου. Και αυτό γιατί δεν μπόρεσε να κατανοηθεί ο φυσικός μηχανισμός του φαινομένου, αλλά έγινε η προσέγγιση του μέσω του μετασχηματισμού Lorenz  ως μετασχηματισμός ταχύτητας. Το περίεργο πάντως δεν είναι .ότι το φως δεν μπορεί να αλλάξει την ταχύτητα του c, αλλά ότι η ύλη δεν μπορεί να υπερβεί την ταχύτητα αυτή και ακόμη περισσότερο ότι στα όρια αυτής εξαφανίζεται, λόγω μηδενισμού των διαστάσεών της.

Ούτε και αυτό όμως είναι τελικά περίεργο. Κάθε κομμάτι ύλης, ένας βράχος ας πούμε, συμπεριφέρεται ακριβώς όπως ένα μηχανικό ελατήριο, το οποίο όσο το συμπιέζουμε, τόσο αυτό αποθηκεύει δυναμική ενέργεια και τόσο μικρότερο γίνεται, με όριο το μηδενισμό των διαστάσεών του. Αντίστοιχα και ο βράχος, όσο τον σπρώχνουμε με κινητική ενέργεια, τόσο αυτός αποθηκεύει ενέργεια υπό μορφή πρόσθετης μάζας (mum0) και τόσο μικρότερος γίνεται με όριο το μηδενισμό των διαστάσεών του. Είναι απλό. Όπως ένα φωτόνιο υψηλής ενέργειας είναι μικρό και ένα άλλο χαμηλής ενέργειας μεγάλο, έτσι και ένα σωματίδιο μεγάλης μάζας είναι μικρό και ένα άλλο μικρής μάζας (ή και το ίδιο εν ακινησία) μεγάλο ή μεγαλύτερο. (Βλέπε και την πολυσκελή αναλογία που παρέθεσα σε άλλο σημείο και στην οποία μπορούμε να εισάγουμε οποιοδήποτε σωματίδιο, αρκεί να αφαιρέσουμε την αριθμητική τιμή στο τέλος. Ένα νετρίνο π.χ. εν ακινησία μπορεί να είναι αρκετά μεγάλο, ενώ λίγο πριν το συλλάβουμε θα είναι πολύ μικρό, λόγω της μεγάλης μάζας του εξ αιτίας της μεγάλης ταχύτητας. Το μόνο αξιομνημόνευτο που έχει το φως είναι ότι έχει την ορισμένη (σταθερή) ταχύτητα των πρωτογενών στοιχείων στη φύση, δηλαδή των κυμάτων, που συνιστούν τόσο τα φωτόνια, όσο και τα σωματίδια

 

Ας μην ξεχνάμε ότι η ταχύτητα c για το μεν φως είναι ορισμένη ενώ για την ύλη ανώτατη, τελική. Στην μεν πρώτη περίπτωση οφείλεται στο Doppler, ενώ στη δεύτερη περίπτωση οφείλεται στο συγκεκριμένο ρυθμό υλοποίησης της κινητικής ενέργειας. Δύο διαφορετικά πράγματα.

Γενικά η ταχύτητα c για την ύλη είναι ένας ατσάλινος θόλος που περιορίζει όλη την ύλη και την ενέργεια. Πέρα από αυτή δεν υπάρχει ούτε κινητική ενέργεια, διότι αυτή μετατρέπεται εξ ολοκλήρου σε μάζα, ούτε και η μάζα, η οποία συνθλίβεται, είναι δηλαδή μια ταχύτητα θανάτου. Αντίθετα, για τα φωτόνια είναι μια ταχύτητα ζωής, διότι πάνω στην ταχύτητα αυτή υπάρχουν αυτά και η κινητική τους ενέργεια, όχι έξω από αυτή.

Σε όλες τις διεργασίες όμως δεν συμμετέχει ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος, που ο πρώτος υπάρχει και ο δεύτερος κυλά, αμφότεροι αυτόνομοι και αδιατάρακτοι, αδιαφορώντας για τη συμπεριφορά της ύλης και της ενέργειας που φιλοξενούν στα σπλάχνα τους. Καμία παράμετρος στους υπολογισμούς που αφορούν τις σχέσεις ύλης- ενέργειας (ακόμη και του φωτονίου) δεν αναφέρεται στο χώρο και στο χρόνο.

Αν και καθ’ υπερβολήν, θα ήθελα να υπογραμμίσω άλλη μία φορά ένα σημείο από τα προηγούμενα, αν και το θεωρώ τελείως αυτονόητο. Αναφέρεται στην Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, το πιο ακανθώδες μέρος της φυσικής.

Καθώς λοιπόν η σταθερότητα της ταχύτητας του φωτός οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο φαινόμενο Doppler, το φαινόμενο αυτό προκαλείται αποκλειστικά και μόνο από την πηγή του κύματος στο σημείο και τη στιγμή παραγωγής του κύματος και από κανένα άλλο αίτιο. Κατόπιν αυτού ο παρατηρητής κινητός ή ακίνητος δεν έχει καμία συμμετοχή σε αυτό, δεν μπορεί να επηρεάσει τα στοιχεία του κύματος (ταχύτητα ή συχνότητα) και είναι σαν να μην υπάρχει για το φαινόμενο.

Επομένως δεν αναστρέφεται η χρονική σειρά δύο γεγονότων από κινητό ή ακίνητο παρατηρητή, ούτε χάνεται η έννοια του αιτίου και του αιτιατού από τη συμμετοχή του «άχρηστου» παρατηρητή

Τίποτα από αυτά τα μυστηριώδη της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας!

Κάτι υποθετικά πειράματα που αναφέρονται στην ταχύτητα του φωτός σε σχέση με κινούμενους παρατηρητές είναι εκτός πραγματικότητας. Μπορούν να γίνουν τα εξής πειράματα για την επαλήθευση των ανωτέρω. Βάλετε μια σειρήνα σε ένα σταθερό σημείο και αφήστε την να σφυρίζει. Στη συνέχεια κινηθείτε με όση ταχύτητα θέλετε από αυτή ή προς αυτήν. Καμία διαφορά δεν θα διαπιστώσετε στη συχνότητα του ήχου. Δεν υπάρχει Doppler. Ενώ όταν κινείται ένα τρένο ή αυτοκίνητο σφυρίζοντας, η διαφορά στη συχνότητα του ήχου γίνεται αντιληπτή από τον ακίνητο (ή και κινούμενο) παρατηρητή. Υπάρχει Doppler. Αν έχετε τον κατάλληλο εξοπλισμό κάμετε το ίδιο πείραμα και με μονοχρωματική φωτεινή πηγή.

Γενικώς η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας στηρίζεται σε δύο αξιώματα, που τα βλέπουμε να απαξιώνονται τελείως. Το δεύτερο και σπουδαιότερο αξίωμα αποτελεί μια κακή και ημιτελή διατύπωση του φαινομένου Doppler (που δεν ξέρω αν το γνώριζε ο Einstein την εποχή της διατύπωσης της θεωρίας του) και αντικαθίσταται με τον ορισμό που έδωσα μέσα στην εργασία μου.

Το πρώτο αξίωμα και αυτό απαξιώθηκε, γιατί όπως θα δείτε στην εργασία μου, δεν υπάρχουν αδρανειακά συστήματα, ούτε αδρανειακά πεδία, αλλά οι αδρανειακές δυνάμεις οφείλονται σε ποσότητες κινητικής ενέργειας, η οποία υλοποιείται και αποϋλοποιείται (εξαφανίζεται και επανεμφανίζεται) κατά τις μεταβολές της κινητικής κατάστασης ενός υλικού σώματος.

Δεν διαθέτει λοιπόν αξιώματα η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας. Πώς μπορεί να σταθεί;

Η θεωρία αυτή φτιάχτηκε από μια παρεξήγηση και «προέβλεψε» φαινόμενα που δεν υπήρχαν (χωροχρόνος, συστολή μηκών, διαστολή χρόνου) και που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν.

Έγινε και μία αντικανονική προσπάθεια να συνδεθεί με πραγματικά φαινόμενα, που τα εκφράζουν οι εξισώσεις E=mc και τα οποία δεν της ανήκουν, και γι’ αυτό την απορρίπτουμε χωρίς τύψεις.

Στο σημείο αυτό θα προχωρήσω στη μαθηματική προσέγγιση του φαινομένου της σμίκρυνσης του όγκου σώματος κινούμενου με ταχύτητα u, την οποία σκοπίμως παρέλειψα να κάμω στη σημείο του παρόντος, που ανέφερα για το φαινόμενο αυτό, για να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αυτή οφείλεται στις προβλέψεις της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας.                                                                    

Οι υπολογισμοί έχουν ως εξής: κατ’ αρχήν χρησιμοποιούμε τις πληροφορίες που αντλούμε από την πολυσκελή αναλογία, που έχω παραθέσει. Από αυτήν προκύπτει ότι οι διαστάσεις κάθε σωματιδίου είναι ανάλογες με το μήκος κύματος της σωματιδιακής του συχνότητας, αντιστρόφως ανάλογες προς τη συχνότητά του και επίσης αντιστρόφως ανάλογες προς τη μάζα του.

 

Η μάζα του όμως μεταβάλλεται με την ταχύτητα, κατά τον παράγοντα , που προέκυψε όπως προείπαμε, όχι από τους υπολογισμούς της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας αλλά από τους υπολογισμούς του Einstein για την εύρεση της μάζας στην ταχύτητα του u.

Επομένως, κατά τον ίδιο παράγοντα αλλά αντιστρόφως ανάλογα μεταβάλλεται και κάθε μια από τις τρεις διστάσεις ενός υλικού σώματος αποτελούμενο από μεγάλο αριθμό σωματιδίων. Ολόκληρος δε ο όγκος του σώματος θα υπολογίζεται από τη σχέση , όπου Οu ο όγκος του σώματος στην ταχύτητα u, Oo ο όγκος του σώματος στην ταχύτητα 0 (μηδέν) και . Είναι μια καινούρια εξίσωση που δίνει μια καινούρια αίσθηση για την ύλη και τη συμπεριφορά της.

Θέλω να επισημάνω άλλη μια φορά ότι η συστολή των διαστάσεων ενός υλικού σώματος με την κίνησή του δεν έχει καμία σχέση με τη συστολή των διαστάσεων του (κενού) χώρου που προβλέπει η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας.