Ανατροπή Γενικής θεωρίας σχετικότητας

Όσο για την περίφημη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, έχουμε να προσθέσουμε τα ακόλουθα.

Όσο δε υπήρχε καμία ερμηνεία για τις δυνάμεις βαρύτητας, ο καθένας μπορούσε να διατυπώσει όποια προσωπική άποψη, δηλαδή θεωρία είχε, χωρίς κανείς άλλος να μπορεί να του αποδείξει ότι οι απόψεις του ήσαν εσφαλμένες. Στο πλαίσιο αυτό ο Einstein διατύπωσε την προσωπική άποψη ότι οι δυνάμεις βαρύτητας δημιουργούνται από την τάση των σωμάτων να προσεγγίζουν το ένα το άλλο, λόγω της κυρτότητας ου χώρου- χρόνου που δημιουργούσαν γύρω τους.

Εξέφρασε την άποψή του αυτή στη μαθητική γλώσσα με τις (άλυτες βασικά) «εξισώσεις του πεδίου», χωρίς βέβαια οι εξισώσεις αυτές να έχουν καμία επιβεβαιωτική αξία, ή έστω κάποια αξία μεγαλύτερη από την δια λόγου (μέσω κειμένου) διατύπωση των απόψεών του, απλώς εξέφραζαν τις απόψεις του με ακρίβεια.

Όμως, μετά την κατάρτιση των εξισώσεων αυτών, στις λύσεις που επακολούθησαν (ακριβείς ειδικές λύσεις και κατά προσέγγιση γενικές λύσεις) αποδόθηκε προφητική σημασία και διέβλεψαν την ύπαρξη διαφόρων φυσικών φαινομένων.

Έτσι δημιουργήθηκε η αλυσίδα: υποκειμενική άποψη για την ερμηνεία της βαρύτητας/ δημιουργία των αντίστοιχων εξισώσεων. Χρησιμοποίηση των εξισώσεων για περαιτέρω προβλέψεις.

Οι αδυναμίες της αλυσίδας αυτής είναι δύο. Πρώτον η φύση δεν γνωρίζει ούτε τις εξισώσεις ούτε τις λύσεις τους, γιατί αγνοεί το συμβατικό ανθρώπινο κατασκεύασμα, που λέγεται μαθηματικά. Και επιπλέον, αρνείται να συμμετάσχει σε οποιοδήποτε είδος μαθηματικής μαντείας και δεύτερον ότι όλα στηρίζονται στη βασιμότητα του πρώτου κρίκου, που είναι η αρχική υπόθεση.

Ήδη μετά την ανακάλυψη της μικροπεδιακής μαγνητόμαζας και την ερμηνεία της βαρύτητας με τις ιδιότητες της μαγνητόμαζας, ο πρώτος και ο βασικός κρίκος της αλυσίδας έσπασε. Η ανατροπή της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας υπάρχει βασικά στο κεφάλαιο «Βαρυτικές δυνάμεις και βαρυτικό πεδίο», το οποίο εκτοπίζει κάθε θεωρία επί του αντικειμένου.

Τα «προβλεπόμενα» από τις εξισώσεις φαινόμενα μπορεί να συμβαίνουν ή και να μην συμβαίνουν, όταν όμως συμβαίνουν οφείλονται σε άλλη αιτία, όπως δείξαμε με τα συναφή φαινόμενα των βαρυτικών φακών. Έτσι, δεν πιστεύουμε ότι είναι βάσιμος λόγος η λύση Schwarzschild (1916) για την ύπαρξη της ακτίνας βαρύτητας.

Ούτε ότι υπάρχει αρνητική μάζα εξ αιτίας των λύσεων H. Weyl και T. LeviCivita (1917-1921). Χαρακτηριστική περίπτωση ατυχέστατης «πρόβλεψης». Και μόνο για την «πρόβλεψη» αυτή θα έπρεπε να απορριφθεί η θεωρία..

Ούτε κύματα βαρύτητας.

Στις εξισώσεις αυτές, η φύση καλείται να υπακούσει στα μαθηματικά και όχι τα μαθηματικά στη φύση. Μόνο εξισώσεις φτιαγμένες από το δημιουργό και όχι το μελετητή της φύσεως θα είχαν τέτοια εξουσία!

Ας εξετάσουμε τώρα το θέμα της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας καθώς και τον τρόπο δημιουργίας και άλλων (περίεργων) δυνάμεων και από άλλη σκοπιά.

Όπως ξέρουμε, όταν μία δύναμη παράγει έργο, στην ουσία το έργο που παράγει το «δανείστηκε» από την ενέργεια που δημιούργησε τη δύναμη. Π.χ., θερμική ενέργεια καυσίμου- κινητήρια δύναμη- μετακίνηση οχήματος. Και αυτό γιατί τίποτα δεν χαρίζεται στη φύση, τίποτα δεν χάνεται, όλα ανταλλάσσονται, όλα δανείζονται.

Εάν το πεδίο βαρύτητας φτιάχτηκε και φτιάχνεται με τον τρόπο που προβλέπει η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, με την ανεξήγητη κυρτότητα του χώρου γύρω από τα υλικά σώματα, δηλαδή κατά τρόπο ανέξοδο, χωρίς διάθεση ενέργειας, τότε το πεδίο βαρύτητας δεν θα περιείχε ενέργεια, δεν θα είχε προίκα.

Πράγματι, είναι φανερό ότι ο Einstein δεν έκανε αποδεκτό τον προικισμό από τη φύση του πεδίου βαρύτητας με κάποιο είδος ενέργειας, γιατί τότε, ασφαλώς δεν θα πρότεινε τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, αλλά θα έλεγε ότι οι βαρυτικές δυνάμεις οφείλονται στην ενέργεια αυτή. Θα έπρεπε όμως να δικαιολογήσει την ύπαρξή της, πράγμα που προφανώς δεν μπορούσε να κάμει. Πρότεινε λοιπόν την κύρτωση, δηλαδή δημιουργία δυνάμεων από «συμπιεσμένες καταστάσεις», ως υποκατάστατο της φαινομενικής έλλειψης ενέργειας. Όμως, οι βαρυτικές δυνάμεις στην περίπτωση αυτή θα ήσαν ανίκανες να παράγουν έργο, αφού δεν θα είχαν από πού να το «δανειστούν».

Τότε, θα πέφταμε από τις ταράτσες και θα φτάναμε στο έδαφος χωρίς να πάθουμε τίποτα (καλό αυτό), απλώς θα αλλάζαμε θέση στον κυρτωμένο χώρο, και το νερό που θα κυλούσε από ψηλά δεν θα μπορούσε να παράγει ηλεκτρική ενέργεια, ούτε θα γύριζε τους νερόμυλους (κακό αυτό). Τελικά θα υπήρχαν δύο ειδών δυνάμεις, αυτές που παράγουν έργο και αυτές που δεν παράγουν και γενικά θα ζούσαμε σε ένα παράξενο κόσμο που θα σας παρακαλούσα να προσπαθήσετε να φανταστείτε.

Όμως τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει, το πεδίο βαρύτητας παράγει έργο, συνεπώς περιέχει ενέργεια. Είναι κάτι που διέφυγε της προσοχής του Einstein.

Οι δυνάμεις που προέρχονται από «συμπιεσμένες καταστάσεις» δεν επαληθεύονται.

Οι σκέψεις αυτές είναι αρκετές για να μας κάνουνε να σκεφτούμε ότι κάτι δεν πάει καλά με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, έστω και αν δεν γνωρίζουμε την ακριβή φύση της ενέργειας του βαρυτικού πεδίου, όπως την αποκάλυψα στην έρευνά μου (βρέθηκε ενέργεια μαγνητικού πεδίου) ή την πραγματική αιτία για την οποία καμπυλώνεται το φως στο διάστημα, που πάλι αποκάλυψα ότι είναι άλλη από αυτή που προβλέπει η Γενική θεωρία της Σχετικότητας (βρέθηκε ότι είναι απλή διάθλαση).

__________________________________________

Αν θέλουμε να επεκτείνουμε τον ανωτέρω προβληματισμό, στο σύνολο των βασικών δυνάμεων στη φύση, δηλαδή να βρούμε πώς αυτές παράγονται, διαπιστώνουμε ότι το πρόβλημα επικεντρώνεται στην ερμηνεία, που δίνουν εκτός των βαρυτικών και στις ισχυρές και ασθενείς πυρηνικές δυνάμεις (και στη συνακόλουθη ενοποίησή τους με τις άλλες γνωστές δυνάμεις), λόγω του ότι φαίνεται ότι και αυτές εκπηγάζουν απευθείας από την ύλη, χωρίς φαινομενικά να διαπιστώνεται πουθενά η ύπαρξη ποσοτήτων ενέργειας. Το πρόβλημα υφίσταται λόγω εσφαλμένης αντίληψης ή μάλλον της άγνοιας που υπάρχει για τη φύση και τη δομή του στοιχειώδους σωματιδίου, που εκλαμβάνεται ως σημειακό σωμάτιο ή έστω και χορδή. Αντίθετα, το μοντέλο του δακτυλιοειδούς σωματιδίου, που μου προέκυψε από πειραματική ανάλυση που παρουσιάζω, περικλείει μέσα του ενέργεια μαγνητικού πεδίου, της οποίας μάλιστα το μέγεθος είναι αντιστρόφως ανάλογο των διαστάσεων (ακτίνας) του δακτυλίου και συνεπώς όλες οι παραπάνω δυνάμεις είναι μαγνητικής φύσεως.

Δηλαδή δυνάμεις που παράγονται από ενέργεια με τρόπο απόλυτα φυσιολογικό και γνωστό στη φύση.